acratia


acratia
n. impotence, inability to sustain an erection, inability to perform sexually (of a male)

English contemporary dictionary. 2014.

Look at other dictionaries:

  • acratia —   n. impotence …   Dictionary of difficult words

  • ακράτεια — Ιατρικός όρος που σημαίνει την ακούσια απώλεια ούρων ή κοπράνων. Είναι συνήθως νευρογενής και εμφανίζεται, συχνά, στην παιδική ηλικία. * * * η (Α ἀκράτεια) αδυναμία αυτοσυγκράτησης, έλλειψη αυτοκυριαρχίας, εγκράτειας νεοελλ. φρ. «ακράτεια… …   Dictionary of Greek